Γράφει η Άρτεμις Γκούρλια
Οι δημοσκοπήσεις μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν κατέγραψαν την ανατροπή που θα επέτρεπε σε κάποιο κομματικό επιτελείο να μιλήσει για μια νέα πολιτική αφετηρία. Ανέδειξαν, ωστόσο, μια συνθήκη με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την προσωρινή κατάταξη των κομμάτων: η φθορά της κυβέρνησης είναι υπαρκτή, αλλά δεν έχει αποκτήσει ακόμη το πολιτικό της αντίβαρο. Η επιθυμία για αλλαγή εκφράζεται ευρύτερα από την εμπιστοσύνη σε εκείνους που θα μπορούσαν να την πραγματοποιήσουν.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί το προβάδισμά της μέσα σε αυτό ακριβώς το κενό. Θα ήταν λάθος να το αποδώσει κανείς αποκλειστικά στην αδυναμία των αντιπάλων της. Εξίσου λάθος θα ήταν να το εκλάβει ως ανεπιφύλακτη αποδοχή της διακυβέρνησής της. Για ένα κόμμα που βρίσκεται επί χρόνια στην εξουσία, η πρώτη θέση και η κοινωνική αποδοχή δεν είναι πλέον ταυτόσημες. Ένα μέρος του εκλογικού σώματος μπορεί να εξακολουθεί να τη θεωρεί την ασφαλέστερη επιλογή, χωρίς να συμμερίζεται την αισιοδοξία της για την κατάσταση της χώρας ή να αναγνωρίζει στη δική του καθημερινότητα τα αποτελέσματα που η κυβέρνηση επικαλείται.
Αυτό είναι και το όριο της φετινής παρουσίας στη ΔΕΘ. Οι εξαγγελίες δεν κρίνονται σε κενό χρόνο. Κρίνονται απέναντι στο προηγούμενο έργο εκείνου που τις διατυπώνει και απέναντι στη διάρκεια ενός προβλήματος που δεν υποχωρεί. Όταν η ακρίβεια εξακολουθεί να καθορίζει τις αποφάσεις των νοικοκυριών, η συζήτηση μετατοπίζεται από το αν ένα μέτρο είναι ευπρόσδεκτο στο αν επαρκεί και, κυρίως, στο γιατί απαιτείται ακόμη. Η κυβερνητική εμπειρία προσδίδει αξιοπιστία μόνο στον βαθμό που συνοδεύεται από απτά αποτελέσματα. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε υπενθύμιση των εκκρεμοτήτων.
Η αντιπολίτευση βρίσκεται ενώπιον ενός προβλήματος διαφορετικού, αλλά όχι λιγότερο απαιτητικού. Διαθέτει ισχυρό έδαφος άσκησης κριτικής και μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει την αλλαγή ως απαγορευμένη σκέψη. Δεν έχει κατορθώσει, όμως, να μετατρέψει αυτή τη διαθεσιμότητα σε σαφή προτίμηση για μια άλλη διακυβέρνηση. Οι πολιτικές προτάσεις της εξετάζονται με το ίδιο αυστηρό κριτήριο που εφαρμόζεται πλέον στις κυβερνητικές υποσχέσεις: όχι μόνο αν ακούγονται δίκαιες, αλλά αν συγκροτούν σχέδιο εφαρμόσιμο, με προτεραιότητες και αναγνωρίσιμο κόστος.
Σε αυτή την αμοιβαία δυσπιστία εντοπίζεται το βαθύτερο στοιχείο των μετρήσεων. Η πολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται συχνά σαν να αρκεί σε κάθε πλευρά να αποδείξει την ανεπάρκεια της άλλης. Για τον πολίτη, όμως, η διαπίστωση ότι μια κυβέρνηση τον απογοήτευσε δεν απαντά στο ποιος μπορεί να την αντικαταστήσει. Ούτε η αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει αναιρεί τις ευθύνες της κυβέρνησης. Οι δύο κρίσεις συνυπάρχουν. Γι’ αυτό και το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται σταθερό στην επιφάνεια, ενώ από κάτω του παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της εμπιστοσύνης.
Η ενδεχόμενη απουσία αυτοδυναμίας καθιστά αυτό το ζήτημα ακόμη πιο κρίσιμο. Τα κόμματα δεν καλούνται μόνο να παρουσιάσουν το πρόγραμμά τους, αλλά και να εξηγήσουν πώς αντιλαμβάνονται την άσκηση της εξουσίας σε μια Βουλή όπου οι συσχετισμοί μπορεί να επιβάλουν συνεννοήσεις. Η αποφυγή αυτής της συζήτησης ίσως διευκολύνει την προεκλογική τακτική. Αφήνει, όμως, αναπάντητο ένα ουσιώδες ερώτημα για τη διακυβέρνηση της χώρας.
Οι δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου δεν προεξοφλούν τον νικητή των εκλογών. Δείχνουν κάτι πιο χρήσιμο: ότι κανείς δεν μπορεί να θεωρεί την κρίση των πολιτών δεδομένη. Η κυβέρνηση έχει να υπερασπιστεί τη θητεία της χωρίς να κρύβεται πίσω από τη σύγκριση με τους αντιπάλους της. Η αντιπολίτευση έχει να διεκδικήσει την εξουσία χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στη φθορά της κυβέρνησης. Ανάμεσα στις δύο αυτές απαιτήσεις θα αναζητηθεί η απάντηση στο κεντρικό ερώτημα της κάλπης: σε ποιον μπορεί να ανατεθεί με αξιώσεις η επόμενη ημέρα;