Γράφει η Σοφία Ζαχαράκη
Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού
Η δημόσια εκπαίδευση κρίνεται τελικά από κάτι πολύ ουσιαστικό: από το πόσες πραγματικές δυνατότητες δίνει σε κάθε παιδί, ανεξάρτητα από την οικογένεια στην οποία γεννήθηκε ή τον τόπο στον οποίο μεγαλώνει.
Για μένα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ανατολική Αττική. Μια περιοχή που γνωρίζω καλά, όχι μόνο επειδή εκλέγομαι εδώ, αλλά επειδή συναντώ καθημερινά γονείς και εκπαιδευτικούς, συνεργάζομαι με τους Δήμους και επισκέπτομαι τα σχολεία της.
Η Ανατολική Αττική είναι πολλές διαφορετικές πραγματικότητες μαζί. Άλλες ανάγκες έχουν οι Αχαρνές και ο Ωρωπός, άλλες τα Μεσόγεια, η Λαυρεωτική ή ο Σαρωνικός. Έχει όμως ένα κοινό χαρακτηριστικό: μεγαλώνει και αλλάζει γρήγορα. Μόνο στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση έχουμε περισσότερους από 46.000 μαθητές και περίπου 4.700 εκπαιδευτικούς. Αυτή η κλίμακα μάς υποχρεώνει να σχεδιάζουμε όχι μόνο για τις ανάγκες του σήμερα, αλλά και για εκείνες που δημιουργούνται για τα επόμενα χρόνια.
Οφείλουμε, όμως, να μιλάμε καθαρά. Σε αρκετές περιπτώσεις οι σχολικές υποδομές δεν ακολούθησαν με την ίδια ταχύτητα την πληθυσμιακή ανάπτυξη. Υπάρχουν παλιά κτίρια, προκατασκευασμένες αίθουσες και περιοχές όπου δημιουργούνται συνεχώς νέες ανάγκες. Αυτά τα προβλήματα δεν δημιουργήθηκαν χθες και δεν λύνονται από τη μία ημέρα στην άλλη. Δεν μπορούμε, όμως, να συμβιβαστούμε μαζί τους.
Στη Β΄ φάση του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» έχουμε στην Ανατολική Αττική 19 σχολικές μονάδες σε 18 παρεμβάσεις, σε Δήμους από τον Διόνυσο, τα Σπάτα, την Παλλήνη και τον Μαραθώνα μέχρι τη Λαυρεωτική, τον Σαρωνικό, το Κορωπί, την Παιανία, τη Ραφήνα-Πικέρμι, τον Ωρωπό, τις Αχαρνές και το Μαρκόπουλο. Παράλληλα προχωρούν οι μελέτες για τις επόμενες 450 σχολικές μονάδες σε όλη τη χώρα, με στόχο οι παρεμβάσεις να φτάσουν συνολικά τα 2.000 σχολεία έως το 2029.
Δεν θεωρώ, όμως, ότι μια ανακαίνιση αποτελεί απάντηση σε κάθε πρόβλημα. Όπου χρειάζεται νέο σχολείο, πρέπει να σχεδιάσουμε νέο σχολείο. Όπου υπάρχει ζήτημα χωρητικότητας, πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Και όπου ένα υφιστάμενο κτίριο μπορεί να γίνει ασφαλέστερο, λειτουργικότερο και ενεργειακά αποδοτικότερο, πρέπει να το αναβαθμίσουμε. Θέλω να μετράμε την πολιτική μας όχι από το πόσες αποφάσεις υπογράφουμε, αλλά από το πόσα παιδιά βλέπουν τελικά τη διαφορά στο σχολείο τους.
Το ίδιο ισχύει και για την Ειδική Αγωγή. Πίσω από κάθε αίτημα προς ένα ΚΕΔΑΣΥ υπάρχει ένας γονέας που αγωνιά και ένα παιδί που χρειάζεται υποστήριξη. Στην Ανατολική Αττική λειτουργούν δύο ΚΕΔΑΣΥ, στα Σπάτα και στις Αχαρνές, ενώ η μεταστέγαση του ΚΕΔΑΣΥ στα Σπάτα δημιουργεί καλύτερες συνθήκες εξυπηρέτησης. Παράλληλα, προχωρούμε σε ψηφιακή πλατφόρμα για τα ραντεβού και τη διαχείριση των αιτημάτων, νέο τεχνολογικό εξοπλισμό και νέα διαγνωστικά εργαλεία. Έχουν επίσης συσταθεί 700 νέες οργανικές θέσεις στα ΚΕΔΑΣΥ και 1.200 θέσεις ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών για 3.000 σχολεία.
Γιατί η Ειδική Αγωγή δεν είναι μια ξεχωριστή «γωνιά» της εκπαιδευτικής πολιτικής. Ο τρόπος με τον οποίο στεκόμαστε δίπλα σε ένα παιδί που χρειάζεται περισσότερη υποστήριξη δείχνει τι δημόσιο σχολείο θέλουμε.
Και αυτό το δημόσιο σχολείο πρέπει να εξελίσσεται. Στην Ανατολική Αττική έχουμε ήδη σημαντικά παραδείγματα. Το International Baccalaureate περνά για πρώτη φορά στο δημόσιο σχολείο, με το Καλλιτεχνικό Σχολείο Γέρακα να έχει πιστοποιηθεί ως IB World School και το Πειραματικό Μουσικό Λύκειο Παλλήνης να έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα. Στις Αχαρνές λειτουργούν το Δημόσιο Ωνάσειο Γυμνάσιο και το Δημόσιο Ωνάσειο Γενικό Λύκειο, ενώ στο 2ο ΓΕΛ Γέρακα εφαρμόζεται πιλοτική δράση για τον ειδησεογραφικό γραμματισμό.
Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσονται το πολλαπλό βιβλίο, τα νέα προγράμματα σπουδών, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, οι κρατικές πιστοποιήσεις γλωσσομάθειας και πληροφορικής και η προσεκτική αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης, πάντα με τον εκπαιδευτικό στο κέντρο. Η ερώτηση πρέπει να είναι κάθε φορά μία: τι περισσότερο μπορεί να πάρει ένα παιδί από το δημόσιο σχολείο; Περισσότερες γνώσεις, περισσότερες δεξιότητες, περισσότερες επιλογές.
Η ευθύνη μας, όμως, δεν τελειώνει στην αποφοίτηση. Όταν ένα παιδί πετυχαίνει στις Πανελλαδικές μακριά από το σπίτι του, μαζί με τη χαρά έρχεται για πολλές οικογένειες η αγωνία ενός δεύτερου νοικοκυριού. Γι’ αυτό η φοιτητική στέγη δεν είναι απλώς ένα κτιριακό ζήτημα. Είναι εκπαιδευτική και κοινωνική πολιτική.
Περισσότερα από 1,1 δισ. ευρώ κινητοποιούνται για τη φοιτητική στέγαση και τις πανεπιστημιακές υποδομές. Μέσω έργων ΣΔΙΤ σχεδιάζονται 8.609 θέσεις, με προϋπολογισμό 737,5 εκατ. ευρώ, ενώ μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου έχουν εξασφαλιστεί 226,36 εκατ. ευρώ για την ανακαίνιση και την ενεργειακή και λειτουργική αναβάθμιση 17 υφιστάμενων φοιτητικών εστιών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας είναι το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ένα κτίριο άνω των 5.000 τετραγωνικών μέτρων στον Νέο Κόσμο, που παρέμενε ουσιαστικά κλειστό από το 2001, μετατρέπεται σε σύγχρονη φοιτητική εστία. Την άνοιξη του 2027 το Πάντειο θα αποκτήσει για πρώτη φορά δική του εστία, με 196 κλίνες σε 96 δωμάτια και πλήρη πρόβλεψη προσβασιμότητας.
Μέχρι, όμως, οι μόνιμες λύσεις να αποδώσουν, η οικογένεια χρειάζεται στήριξη σήμερα. Η χρηματοδότηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος έχει αυξηθεί κατά 115% σε σχέση με το 2019 και το 2026 διαθέτουμε περίπου 90 εκατ. ευρώ. Δεν θα πω σε μια οικογένεια που πληρώνει 500 ή 600 ευρώ ενοίκιο ότι ένα επίδομα εξαφανίζει το πρόβλημά της. Είναι όμως μια ουσιαστική βοήθεια, παράλληλα με τη δημιουργία περισσότερου και καλύτερου δημόσιου αποθέματος φοιτητικής στέγης.
Για μένα, τελικά, όλα αυτά συνδέονται σε έναν κοινό στόχο.
Ένα παιδί από τις Αχαρνές, το Λαύριο, τον Ωρωπό, τα Σπάτα ή τον Σαρωνικό πρέπει να μπορεί να φτάσει όσο ψηλά του επιτρέπουν οι δυνατότητες, η προσπάθεια και τα όνειρά του. Για κάποιο παιδί αυτό θα είναι το Πανεπιστήμιο. Για ένα άλλο μια ΣΑΕΚ, η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, μια ειδικότητα που αγαπά ή η είσοδος στην αγορά εργασίας.
Δική μας δουλειά δεν είναι να αποφασίσουμε εμείς ποιο είναι το σωστό μονοπάτι για κάθε νέο. Είναι να του δώσουμε περισσότερα και καλύτερα μονοπάτια για να επιλέξει ο ίδιος. Από το σχολείο της γειτονιάς του μέχρι το επόμενο βήμα που θα επιλέξει για τη ζωή του, αυτή είναι για μένα η ευθύνη της δημόσιας Παιδείας: να δημιουργεί πραγματικές ευκαιρίες.
Γιατί η αφετηρία ενός παιδιού μπορεί να έχει Ταχυδρομικό Κώδικα. Οι ευκαιρίες του δεν πρέπει να έχουν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Φωνή της Ανατολικής Αττικής