Η άκρα δεξιά, η κάλπη και τα όρια του νόμου

Ο Μάκης Βορίδης εξηγεί στη «Φωνή» τις διαφορετικές νομικές διαδρομές μιας ενδεχόμενης εκλογικής καθόδου του Ηλία Κασιδιάρη. Πέρα από την κρίση του Αρείου Πάγου, η υπόθεση επαναφέρει το ερώτημα της πολιτικής επιρροής της άκρας δεξιάς σε μια Ευρώπη που βλέπει τη δύναμή της να αυξάνεται.

Γράφει η Άρτεμις Γκούρλια

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη και η ανακοίνωση των σχεδίων του για επιστροφή στην πολιτική προκάλεσαν ξανά το ερώτημα αν μπορεί να συμμετάσχει στις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Η απάντηση προϋποθέτει μια διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια αντιπαράθεση: διαφορετικά αντιμετωπίζει ο νόμος την ηγεσία ενός κόμματος, τη συμμετοχή σε κομματικό ψηφοδέλτιο και τη μεμονωμένη υποψηφιότητα. Η αποφυλάκιση, από μόνη της, δεν δίνει απάντηση σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις.

Ο πρώην υπουργός και βουλευτής Ανατολικής Αττικής Μάκης Βορίδης, μιλώντας στη «Φωνή», επέμεινε ακριβώς στην ανάγκη να εξεταστεί κάθε ενδεχόμενο χωριστά. Στον πυρήνα της θέσης του βρίσκεται η νομοθετική παρέμβαση του 2023 και, κυρίως, η πρόβλεψη ότι ο έλεγχος ενός κόμματος δεν σταματά στο πρόσωπο που εμφανίζεται επισήμως ως πρόεδρός του.

Με το άρθρο 102 του ν. 5019/2023 τέθηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την κατάρτιση εκλογικών συνδυασμών. Ο νόμος απαιτεί, μεταξύ άλλων, να μην έχει καταδικαστεί για τα αδικήματα που προσδιορίζει ο πρόεδρος, ο γενικός γραμματέας, τα μέλη της διοίκησης, ο νόμιμος εκπρόσωπος ή εκείνος που ασκεί την πραγματική ηγεσία του κόμματος. Το άρθρο 35 του ν. 5043/2023 συμπλήρωσε ειδικότερα τη διαδικασία ελέγχου από το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου: προβλέπει συμμετοχή όλων των μελών του Τμήματος και δυνατότητα να ζητεί στοιχεία από αρμόδιες αρχές. Αυτή είναι η ακριβής σχέση των δύο διατάξεων του 2023· η δεύτερη δεν θέσπισε εξαρχής το κώλυμα, αλλά ενίσχυσε τον τρόπο ελέγχου του.

Η «πραγματική ηγεσία» δεν είναι μια αόριστη πολιτική εκτίμηση. Η διάταξη περιγράφει την περίπτωση προσώπου που, μολονότι δεν κατέχει την τυπική ηγεσία, εμφανίζεται με συγκεκριμένες πράξεις να διοικεί το κόμμα, να έχει τοποθετήσει εικονική ηγεσία ή να ασκεί τον ηγετικό πολιτικό ρόλο απέναντι στους ψηφοφόρους. Εάν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο για πρόσωπο στο οποίο συντρέχει η προβλεπόμενη καταδίκη, ο συνδυασμός δεν πληροί τη σχετική προϋπόθεση ανακήρυξης. Όπως επισήμανε ο κ. Βορίδης, η ανάθεση της προεδρίας σε κάποιον άλλον δεν αρκεί για να παρακαμφθεί ο έλεγχος.

Ούτε η έξοδος από τη φυλακή αίρει αυτομάτως αυτό το εμπόδιο. Η νομοθεσία συνδέει τη διάρκειά του με την επιβληθείσα ποινή, υπολογιζόμενη από την επομένη της οριστικής καταδικαστικής απόφασης, και ορίζει ότι η έκτιση ή μη της ποινής δεν επηρεάζει τον υπολογισμό. Σε αυτό το βασικό σημείο συγκλίνουν οι συνταγματολόγοι που έχουν αναλύσει δημόσια την υπόθεση. Το 2023, άλλωστε, ο Άρειος Πάγος δεν ανακήρυξε τους συνδυασμούς του κόμματος «Έλληνες», κρίνοντας ότι ο Κασιδιάρης παρέμενε η πραγματική ηγεσία του. Η τότε απόφαση αποτελεί προηγούμενο, ενώ κάθε νέος συνδυασμός θα κριθεί βάσει των στοιχείων που θα υπάρχουν κατά τη δική του ανακήρυξη.

Υπάρχει, ωστόσο, και η περίπτωση να εμφανιστεί ο Κασιδιάρης ως υποψήφιος βουλευτής ενός κόμματος χωρίς να αποδεικνύεται ότι το καθοδηγεί. Ο κ. Βορίδης διαχωρίζει ρητά αυτό το σενάριο από την άσκηση πραγματικής ηγεσίας. Ο νόμος θέτει εδώ μια άλλη προϋπόθεση: η οργάνωση και η δράση του κόμματος να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ορίζει επίσης τις συγκεκριμένες καταδίκες υποψηφίων, ιδρυτικών μελών ή διατελεσάντων προέδρων υπό τις οποίες μπορεί να εξεταστεί η συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης. Κατά τον κ. Βορίδη, το Α1 Τμήμα μπορεί τότε να κρίνει ότι δεν πρέπει να ανακηρυχθεί ο συνδυασμός. Η κρίση αυτή ανήκει στο δικαστήριο· δεν είναι αυτόματη συνέπεια της υποβολής μιας υποψηφιότητας.

Ο ίδιος αναφέρθηκε και στην τρίτη εκδοχή, τη μεμονωμένη κάθοδο σε μία εκλογική περιφέρεια. Πρόκειται για υποψηφιότητα εκτός κομματικού συνδυασμού και, επομένως, για διαφορετικό νομικό ζήτημα. Όπως εξήγησε, με τα σημερινά δεδομένα μπορεί να επιχειρηθεί μια τέτοια υποψηφιότητα, αλλά η εκλογή προϋποθέτει οι ψήφοι που θα συγκεντρωθούν στη συγκεκριμένη περιφέρεια να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 3% των εγκύρων ψήφων σε ολόκληρη τη χώρα. Η νομική δυνατότητα υποψηφιότητας και η δυνατότητα εκλογής απέχουν, συνεπώς, πολύ μεταξύ τους. Αυτή τη διάκριση επισημαίνουν γενικά και οι συνταγματολόγοι που έχουν τοποθετηθεί για την υπόθεση.

Το εάν και με ποια ιδιότητα θα επιχειρήσει τελικά ο Κασιδιάρης να κατέλθει στις εκλογές μένει να φανεί. Εάν κατατεθεί κομματικός συνδυασμός, η ανακήρυξή του θα κριθεί από το αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου. Αυτό είναι το θεσμικό σκέλος μιας υπόθεσης που απαιτεί ακρίβεια: ούτε οι πολιτικές εξαγγελίες προδικάζουν συμμετοχή στις εκλογές ούτε η δημοσιογραφική εκτίμηση μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαστική απόφαση.

Το πολιτικό σκέλος είναι ευρύτερο. Η συζήτηση στην Ελλάδα διεξάγεται την ώρα που δυνάμεις της άκρας δεξιάς ενισχύονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γαλλία η Εθνική Συσπείρωση αύξησε την κοινοβουλευτική της παρουσία το 2024, στην Αυστρία το Κόμμα της Ελευθερίας ήρθε πρώτο στις εκλογές της ίδιας χρονιάς, ενώ στη Γερμανία η AfD κατέγραψε ισχυρή επίδοση στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025 και νίκησε στις πρόσφατες εκλογές δύο ανατολικών κρατιδίων. Οι σχηματισμοί αυτοί διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους και δεν εξομοιώνονται με την εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή. Τα αποτελέσματά τους δείχνουν, όμως, πόσο ευρύτερη είναι πλέον η εκλογική απήχηση της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη.

Η ανάπτυξη αυτής της επιρροής δεν εξηγείται με έναν μόνο λόγο. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κοινό πολιτικό ερώτημα που οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες δεν μπορούν να παρακάμψουν: πώς αντιμετωπίζεται η διεύρυνση της επιρροής της άκρας δεξιάς όταν αυτή αντλεί δύναμη από πραγματικές κοινωνικές ανασφάλειες, αλλά τις μετατρέπει σε πολιτική του αποκλεισμού και της εχθρότητας προς τους θεσμούς;

Η Ελλάδα έχει τη δική της, ιδιαίτερα οδυνηρή εμπειρία. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής κατέδειξε ότι η κοινοβουλευτική παρουσία δεν νομιμοποιεί την εγκληματική δράση. Η υπόθεση Κασιδιάρη απαιτεί, συνεπώς, δύο απαντήσεις με διαφορετικό αντικείμενο. Η πρώτη ανήκει στον νόμο και στο δικαστήριο: εάν και με ποια ιδιότητα μπορεί να συμμετάσχει στις εκλογές. Η δεύτερη ανήκει στην πολιτική και στην κοινωνία: γιατί, μετά τη δικαστική καταδίκη της Χρυσής Αυγής, εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για την επιστροφή ενός από τα κεντρικά της πρόσωπα. Η ακρίβεια στην πρώτη απάντηση είναι αναγκαία. Η σοβαρότητα με την οποία θα δοθεί η δεύτερη θα δείξει πόσα διδάχθηκε η δημοκρατία από την εμπειρία της.

Recommended For You