Γράφει ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος, Δήμαρχος Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, Α’ Αντιπρόεδρος ΚΕΔΕ
Η ψήφιση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική θεσμική εξέλιξη. Έρχεται να συγκεντρώσει, να κωδικοποιήσει και να εκσυγχρονίσει ένα εξαιρετικά σύνθετο νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο επί σχεδόν δύο δεκαετίες είχε επιβαρυνθεί με εκατοντάδες αποσπασματικές τροποποιήσεις. Από αυτή και μόνο την άποψη, πρόκειται για μια ουσιαστική μεταρρυθμιστική προσπάθεια που αξίζει να αναγνωριστεί.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, οι αιρετοί και οι υπηρεσίες των δήμων αποκτούν ένα σαφέστερο, πιο λειτουργικό και πιο κατανοητό θεσμικό εργαλείο. Οι διαδικασίες απλοποιούνται, η διοικητική λειτουργία γίνεται πιο αποτελεσματική και περιορίζονται οι διαφορετικές ερμηνείες που επί χρόνια δημιουργούσαν καθυστερήσεις, γραφειοκρατία και ανασφάλεια δικαίου.
Παράλληλα, εισάγεται ένα νέο εκλογικό σύστημα, σύνθετο και σε μεγάλο βαθμό δυσνόητο για τον πολίτη. Προβλέπει τη δυνατότητα δεύτερης επιλογής υποψηφίου δημάρχου στο ίδιο ψηφοδέλτιο και, εφόσον κανείς δεν συγκεντρώσει το 42% συν μία ψήφο, οι δεύτερες επιλογές των ψηφοφόρων προστίθενται στους δύο πρώτους συνδυασμούς για την ανάδειξη του τελικού νικητή. Είναι ένα σύστημα που θα κριθεί στην πράξη, τόσο ως προς τη λειτουργικότητά του όσο και ως προς το πώς θα γίνει αντιληπτό από την κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος της Αυτοδιοίκησης.
Το βασικό ζήτημα παραμένει ότι οι δήμοι καλούνται να αναλαμβάνουν συνεχώς περισσότερες και πιο απαιτητικές αρμοδιότητες — από την πολιτική προστασία, την ανθεκτικότητα και την κλιματική κρίση έως την κοινωνική πολιτική, το περιβάλλον και τις υποδομές — χωρίς αντίστοιχους πόρους και με συχνά ασαφές ή κατακερματισμένο θεσμικό πλαίσιο. Η κοινωνία απαιτεί περισσότερα, εύλογα και δίκαια. Όμως το κράτος οφείλει να διασφαλίζει τα μέσα για να μπορούν οι δήμοι να ανταποκριθούν.
Ο νέος Κώδικας περιλαμβάνει θετικές ρυθμίσεις, νεωτερισμούς και σημαντικές βελτιώσεις. Η κωδικοποίηση και ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου ήταν μια αναγκαία και σύνθετη διαδικασία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα, όπως η χρόνια οικονομική δυσπραγία των δήμων, η σύγχυση αρμοδιοτήτων, η γραφειοκρατική εξάρτηση από το κεντρικό κράτος και η ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης της καταστατικής θέσης των αιρετών.
Την ίδια στιγμή, η εμπειρία δείχνει ότι η Αυτοδιοίκηση έχει αποδείξει διαχρονικά, σε κάθε μεγάλη κρίση — οικονομική, υγειονομική, ενεργειακή αλλά και περιβαλλοντική — ότι μπορεί να σταθεί στην πρώτη γραμμή και να δίνει λύσεις με ταχύτητα, ευελιξία και αποτελεσματικότητα, ακόμη και υπό συνθήκες έντονης πίεσης και περιορισμένων μέσων.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μια ακόμη τυπική αναμόρφωση θεσμικών κανόνων, αλλά μια ουσιαστική επαναθεμελίωση της σχέσης κράτους και Αυτοδιοίκησης. Με καθαρές και αποκεντρωμένες αρμοδιότητες, επαρκείς και σταθερούς πόρους, σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία και πραγματική εμπιστοσύνη στον πρώτο βαθμό διακυβέρνησης.
Μόνο τότε ο νέος Κώδικας θα αποτελέσει πράγματι την αρχή μιας βαθύτερης και διαρκούς μεταρρύθμισης και όχι το τέλος της.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Φωνή της Ανατολικής Αττικής