Τέμπη: Τι λέει το βούλευμα παραπομπής Τριαντόπουλου για το «μπάζωμα»

Βήμα προς βήμα περιγράφεται στις 204 σελίδες του βουλεύματος του Δικαστικού Συμβουλίου με το οποίο αποφασίστηκε η συγκρότηση του πρώτου Ειδικού Δικαστηρίου για την υπόθεση των Τεμπών, ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με την κρίση των δικαστών, πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στον τόπο της σιδηροδρομικής τραγωδίας με τα 57 θύματα.

Στο επίκεντρο του σκεπτικού βρίσκονται οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν στον χώρο μετά τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών. Μεταξύ άλλων οι ανώτατοι δικαστές υπογραμμίζουν την απομάκρυνση περίπου 300 κυβικών μέτρων χώματος και υλικών, καθώς και η μεταγενέστερη επίστρωση τμημάτων του χώρου με χαλίκια και τριμμένη πίσσα.

 

Το Συμβούλιο αποδίδει τις συγκεκριμένες ενέργειες στους Χρήστο Τριαντόπουλο, πρώην υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ, Κωνσταντίνο Αγοραστό, πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας, Βασίλειο Παπαγεωργίου, πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, Αγάπιο Χαρακόπουλο, τότε των δυνάμεων της Ελληνικής Αστυνομίας στον τόπο του δυστυχήματος,καθώς και Ευάγγελο Φαλάρα, τον τότε επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,

Οι παρεμβάσεις στον τόπο του δυστυχήματος των Τεμπών

Το Δικαστικό Συμβούλιο κάνει λόγο για ενέργειες που, κατά την κρίση του, «αλλοίωσαν τον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος» και ήταν «ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές».

Βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ποινική έρευνα είχε ήδη ξεκινήσει. Όπως αναφέρεται στο βούλευμα, στις 2 Μαρτίου 2023 είχε ασκηθεί ποινική δίωξη και είχε δοθεί από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας παραγγελία για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης.

Παράλληλα, σύμφωνα με το Συμβούλιο, η έρευνα βρισκόταν ακόμη σε «πρώιμο αρχικό στάδιο», ενώ στον χώρο υπήρχαν ακόμη αγνοούμενοι. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι δικαστές θεωρούν ότι οι παρεμβάσεις στον χώρο επηρέασαν τη δυνατότητα των ανακριτικών αρχών να συλλέξουν και να αξιοποιήσουν κρίσιμα στοιχεία.

Αρμοδιότητες

Στο βούλευμα γίνεται αναλυτική αναφορά στις αρμοδιότητες κάθε προσώπου που παραπέμπεται. Για τον Χρήστο Τριαντόπουλο αναφέρεται ότι είχε αρμοδιότητα για τον «συντονισμό δράσεων των συναρμοδίων Υπουργείων και Φορέων, σε θέματα κρατικής αρωγής και αποκατάστασης του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος από φυσικές καταστροφές». Παράλληλα, του είχαν ανατεθεί καθήκοντα «της παρακολούθησης και του συντονισμού δράσεων των συναρμοδίων φορέων στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος».

Σε ό,τι αφορά τον Κωνσταντίνο Αγοραστό, το Συμβούλιο αναφέρει ότι, ως Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, είχε την ευθύνη συντονισμού των δράσεων στον τόπο του δυστυχήματος και προΐστατο των υπηρεσιών της Περιφέρειας.

Ο Βασίλειος Παπαγεωργίου, με την ιδιότητα του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, είχε επίσης αρμοδιότητα συντονισμού των σχετικών δράσεων.

Για τον Αγάπιο Χαρακόπουλο, τότε Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λάρισας, το βούλευμα επισημαίνει, μεταξύ άλλων, την ευθύνη του «για την προστασία της σκηνής του συμβάντος, ώστε να είναι εφικτή η προανακριτική – ανακριτική αξιοποίηση των κάθε λογής ευρημάτων, στοιχείων, ιχνών και πειστηρίων».

Διαφορετικά περιγράφεται ο ρόλος του Ευάγγελου Φαλάρα. Σύμφωνα με το βούλευμα, ήταν «αποκλειστικά αρμόδιος μόνον για τον απεγκλωβισμό των επιβατών της αμαξοστοιχίας και τη συγκέντρωση και μεταφορά των σορών».

Η απομάκρυνση των περίπου 300 κυβικών χώματος

Ένα από τα βασικά σημεία στα οποία εστιάζει το Συμβούλιο είναι η απομάκρυνση χώματος και άλλων υλικών από τον τόπο της σύγκρουσης. Όπως αναφέρεται στο βούλευμα, μετά τις εργασίες που έγιναν για τη διαμόρφωση του χώρου επιχειρησιακής δράσης, εργαζόμενοι εταιρείας, κατά το διάστημα από 2 έως 7 Μαρτίου 2023, «απομάκρυναν με τα φορτηγά τους περίπου 300 κυβικά χώματος με ό,τι υλικά και αντικείμενα περιλάμβανε αυτό».

Η κρίσιμη παράμετρος για το Συμβούλιο είναι ο χρόνος κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η απομάκρυνση. Η ποινική έρευνα είχε ήδη αρχίσει και οι ανακριτικές αρχές βρίσκονταν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, σε «πρώιμο αρχικό στάδιο» συλλογής του αποδεικτικού υλικού.

Στο σημείο υπήρχαν ακόμη αγνοούμενοι, ενώ, όπως σημειώνεται στο βούλευμα, «εν τέλει παρέμεινε αγνοούμενη η επιβάτιδα της επιβατικής αμαξοστοιχίας IC-62 Εριέττα Μόλχο».

Το Συμβούλιο αποδίδει στον Ευάγγελο Φαλάρα ότι έδωσε εντολή στον διαχειριστή της εταιρείας που είχε μεταβεί στο σημείο με μηχανήματα και φορτηγά να απομακρύνει από τον τόπο του δυστυχήματος «τουλάχιστον 300 κυβικά χώματος και αδρανών υλικών, καθώς και συντρίμμια των συγκρουσθεισών αμαξοστοιχιών».

Για τους υπόλοιπους τέσσερις, το βούλευμα αναφέρει ότι δεν παρενέβησαν προκειμένου να αποτρέψουν τις συγκεκριμένες εργασίες, παρότι, σύμφωνα με το Συμβούλιο, γνώριζαν ότι αυτές πραγματοποιούνταν και είχαν «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση» να τις αποτρέψουν.

Οι δικαστές επισημαίνουν ακόμη ότι οι ενέργειες έγιναν «χωρίς να ζητήσουν τη συναίνεση των αρμοδίων κατ’ άρθρο 251 ΚΠοινΔ δικαστικών αρχών».

Σύμφωνα με το βούλευμα, ο Κωνσταντίνος Αγοραστός έδωσε εντολή στον διαχειριστή της εταιρείας να προχωρήσει στην επίστρωση του δρόμου στον τόπο του δυστυχήματος με χαλίκια, συγκεκριμένα με υλικά 3Α και Ε4, καθώς και στην επίστρωση τμήματος του εδάφους με τριμμένη πίσσα.

Για τον Χρήστο Τριαντόπουλο το Συμβούλιο αναφέρει ότι δεν αντέδρασε προκειμένου να αποτρέψει την ενέργεια, παρότι, κατά την κρίση των δικαστών, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς αυτή την κατεύθυνση. Το δικαστικό σκεπτικό συνδέει τις παρεμβάσεις στον χώρο με τη δυσχέρανση της ανακριτικής διαδικασίας.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι η επίστρωση με χαλίκια και πίσσα «επέφερε αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος, ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές». Παράλληλα, κατά την κρίση του Συμβουλίου, οι παρεμβάσεις μπορούσαν να οδηγήσουν ακόμη και στη «ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος».

Το βούλευμα δεν περιορίζει, πάντως, τις συνέπειες στην απώλεια υλικού που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην ποινική έρευνα. Γίνεται επίσης λόγος για βλάβη που, σύμφωνα με το Συμβούλιο, υπέστησαν οι παθόντες και οι οικογένειες των θυμάτων.

Όπως αναφέρεται, οι οικογένειες «αποστερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό προς άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων».

Η απόρριψη του αιτήματος του Χρήστου Τριαντόπουλου

Το Δικαστικό Συμβούλιο απέρριψε παράλληλα το αίτημα του Χρήστου Τριαντόπουλου για περαιτέρω κύρια ανάκριση και νέα εξέταση του Ιωάννη Μπρατάκου. Ο πρώην υφυπουργός είχε ζητήσει να κληθεί εκ νέου ο μάρτυρας, προκειμένου να διευκρινίσει εάν στα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί στις 2 Μαρτίου 2023 περιλαμβανόταν και «ο συντονισμός και η καθοδήγηση στο πεδίο».

Το Συμβούλιο έκρινε ότι το αποδεικτικό υλικό που είχε ήδη συγκεντρωθεί ήταν επαρκές και απέρριψε το αίτημα ως αβάσιμο.

Στο σκεπτικό του αναφέρεται, μάλιστα, «ιδιαιτέρως» στα δελτία Τύπου και στις συνεντεύξεις του ίδιου του Χρήστου Τριαντόπουλου, στις οποίες είχε αναφερθεί στα πρόσθετα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.

Το ξεχωριστό σκέλος για στελέχη της Πυροσβεστικής

Το βούλευμα διαχωρίζει από την υπόθεση που αφορά τον Χρήστο Τριαντόπουλο τις πράξεις που αποδίδονται σε τρία χαμηλόβαθμα στελέχη της Πυροσβεστικής, καθώς και τη δεύτερη πράξη που αποδίδεται στον Ευάγγελο Φαλάρα.

Υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, το Συμβούλιο κρίνει ότι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν συνιστούν συμμετοχή στην κατηγορία που αποδίδεται στον Χρήστο Τριαντόπουλο, κατά την έννοια του νόμου 3126/2003.

Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρεται στο βούλευμα, «οι ανωτέρω για τις πράξεις αυτές υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων».

Ως συνέπεια, διατάσσεται ο διαχωρισμός της συγκεκριμένης δικογραφίας και η διαβίβασή της στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Λάρισας.

Το Δικαστικό Συμβούλιο καταλήγει ότι υπάρχουν «επαρκείς ενδείξεις, που στηρίζουν την κατηγορία για παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και μη» σε βάρος των πέντε κατηγορουμένων.

Recommended For You