Η σημαντικότερη εξέλιξη της μετεκλογικής περιόδου στο Ισραήλ δεν προέρχεται από τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα που διεκδικούν την εξουσία, αλλά από ένα τμήμα του εκλογικού σώματος το οποίο επί δεκαετίες παρέμενε στο περιθώριο των κυβερνητικών συνεργασιών. Τα αραβικά κόμματα, ενισχυμένα από την πρωτοφανή εκλογική τους επίδοση, δηλώνουν πλέον έτοιμα να στηρίξουν τον Γκάντι Άιζενκοτ στην προσπάθεια ανατροπής του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ακόμη και χωρίς να συμμετάσχουν στην κυβέρνησή του.
Η πρόταση αυτή δημιουργεί μια ασυνήθιστη πολιτική συνθήκη. Ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, ο οποίος ηγείται του κόμματος Yashar και έχει συγκεντρώσει γύρω του τις βασικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αποκτά τη δυνατότητα να διεκδικήσει την πρωθυπουργία με την υποστήριξη κοινοβουλευτικών ομάδων που αριθμούν συνολικά 67 βουλευτές. Ωστόσο, αρκετοί από εκείνους που δηλώνουν έτοιμοι να τον προτείνουν για πρωθυπουργό αρνούνται να συμμετάσχουν στην ίδια κυβερνητική εξίσωση.
Η αντίφαση αυτή εξηγεί γιατί, μία εβδομάδα μετά τις ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό χρόνο, παρά το γεγονός ότι η συμμαχία του έχει χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η αριθμητική της νέας Κνεσέτ αποτυπώνει το μέγεθος του αδιεξόδου. Ο συνασπισμός των εθνικιστικών και θρησκευτικών κομμάτων που στηρίζουν τον απερχόμενο πρωθυπουργό συγκεντρώνει 53 έδρες. Οι εβραϊκές πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν την αντικατάστασή του διαθέτουν 48. Οι υπόλοιπες 19 ανήκουν στα δύο αραβικά ψηφοδέλτια: 11 στην Κοινή Λίστα και οκτώ στο Ra’am του Μανσούρ Αμπάς.
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία απαιτεί 61 από τις 120 έδρες. Επομένως, ο Άιζενκοτ δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη πλειοψηφική κυβέρνηση με τους υφιστάμενους εταίρους του, αλλά ούτε και ο Νετανιάχου μπορεί να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς να αναζητήσει πρόσθετη υποστήριξη.
Από την πολιτική απομόνωση στην πρόταση συνεργασίας
Ο Άχμαντ Τίμπι, μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της αραβικής πολιτικής εκπροσώπησης στο Ισραήλ, έδωσε πρώτος με σαφήνεια το περίγραμμα της νέας στρατηγικής. Σε συνεντεύξεις του στο CNN, στο ισραηλινό Channel 12 και στο Associated Press, δήλωσε ότι η Κοινή Λίστα είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης με στόχο τον τερματισμό της διακυβέρνησης Νετανιάχου.
Δεν πρόκειται για πρόταση συμμετοχής σε υπουργικό συμβούλιο. Οι Άραβες βουλευτές εμφανίζονται πρόθυμοι να προσφέρουν κοινοβουλευτική στήριξη, να υπερψηφίσουν την ανάδειξη μιας νέας κυβέρνησης ή να επιτρέψουν τον σχηματισμό της μέσω αποχής από κρίσιμες ψηφοφορίες.
Η διαφοροποίηση είναι ουσιαστική. Η Κοινή Λίστα επιδιώκει να ασκήσει επιρροή χωρίς να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για στρατιωτικές επιχειρήσεις και αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με τις οποίες διαφωνεί. Παράλληλα, επιχειρεί να μετατρέψει την εκλογική της ενίσχυση σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την ασφάλεια, την ισότητα και τις δημόσιες υπηρεσίες στις αραβικές κοινότητες.
Ο επικεφαλής της Κοινής Λίστας, Γιούσεφ Τζαμπαρίν, περιέγραψε στον βρετανικό Guardian την παρούσα συγκυρία ως ιστορική ευκαιρία αλλαγής πολιτικής κατεύθυνσης. Η σημασία των δηλώσεών του βρίσκεται στην αποδοχή μιας πραγματιστικής συνεργασίας με ισραηλινές σιωνιστικές δυνάμεις, παρά τις θεμελιώδεις διαφωνίες τους για τον χαρακτήρα του κράτους, την κατοχή της Δυτικής Όχθης και το Παλαιστινιακό.
Το Ra’am ακολουθεί διαφορετική παράδοση. Υπό τον Μανσούρ Αμπάς είχε ήδη συμμετάσχει στον κυβερνητικό συνασπισμό Μπένετ – Λαπίντ το 2021, ανοίγοντας τότε ένα σημαντικό προηγούμενο για τη συμμετοχή αραβικού κόμματος στην ισραηλινή εκτελεστική εξουσία.
Στις 4 Νοεμβρίου ανακοίνωσε επισήμως ότι θα προτείνει τον Άιζενκοτ στον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στις 5 Νοεμβρίου ακολούθησε η σχετική διαδικασία διαβουλεύσεων, ενώ το Reuters μετέδωσε ότι και τα δύο αραβικά σχήματα έχουν ταχθεί υπέρ του Άιζενκοτ.
Πρόκειται για μια καθοριστική μεταβολή. Η αραβική ψήφος δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως μέσο αντίστασης στην πολιτική του Νετανιάχου, αλλά αποκτά ενεργό ρόλο στη διαδικασία επιλογής του επόμενου πρωθυπουργού.
Οι 67 έδρες δεν αποτελούν κυβερνητική πλειοψηφία
Το σημαντικότερο εμπόδιο στην εφαρμογή του σχεδίου βρίσκεται στο ίδιο το στρατόπεδο του Άιζενκοτ. Ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν, επικεφαλής του Yisrael Beytenu, έχει ξεκαθαρίσει ότι θα υποστηρίξει την ανάθεση της εντολής στον Άιζενκοτ, αλλά δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξαρτάται από την ανοχή ή την υποστήριξη των αραβικών κομμάτων.
Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ αντιμετωπίζει επίσης σοβαρές πολιτικές δυσκολίες σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η συνεργασία με αραβικά κόμματα προσκρούει σε δεσμεύσεις και θέσεις που έχουν διατυπωθεί προς ένα εκλογικό ακροατήριο με ισχυρή κεντροδεξιά ταυτότητα.
Αντίθετα, ο Γιαΐρ Γκολάν, ηγέτης των Δημοκρατικών, έχει υπερασπιστεί δημόσια τη δυνατότητα πολιτικής συνεργασίας με τις αραβικές παρατάξεις, απορρίπτοντας τον αποκλεισμό τους λόγω εθνικής ταυτότητας.
Ο ίδιος ο Άιζενκοτ έχει θέσει προϋποθέσεις για την κυβερνητική συνεργασία: αναγνώριση του Ισραήλ ως εβραϊκού και δημοκρατικού κράτους, αποδοχή θεμελιωδών αρχών του και σαφή στάση απέναντι στη Χαμάς. Οι προϋποθέσεις αυτές αποτελούν σοβαρό εμπόδιο, ιδιαίτερα για την Κοινή Λίστα.
Η αραβική πλευρά αντιτείνει ότι πρέπει να υπάρξει σαφής διάκριση ανάμεσα στη συμμετοχή σε κυβέρνηση και στην εξωτερική κοινοβουλευτική υποστήριξή της.
Αυτή η διαφωνία δεν είναι τυπική. Καθορίζει εάν ο Άιζενκοτ μπορεί να αξιοποιήσει τις 19 αραβικές έδρες χωρίς να διαλύσει τη συμμαχία που έχει συγκροτήσει με τους Μπένετ, Λίμπερμαν, Γκολάν και Λαπίντ.
Οι πέντε πολιτικοί συμφώνησαν στις 3 Νοεμβρίου να κινηθούν συντονισμένα και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Δεν παρουσίασαν όμως κοινή, εφαρμόσιμη λύση στο πρόβλημα της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Αυτή είναι και η βασική εξήγηση για την οποία το ισραηλινό πολιτικό αδιέξοδο παραμένει, παρά τη συγκέντρωση ενός θεωρητικού αντινετανιαχικού μπλοκ 67 εδρών.
Το σχέδιο των 49 εδρών και το παράδοξο της κυβέρνησης μειοψηφίας
Μία από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών προέρχεται από την ισραηλινή Yedioth Ahronoth και το ynet. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Αμίρ Έτινγκερ, ο Άιζενκοτ έχει επιτρέψει τη διερεύνηση ενός σχεδίου για τη συγκρότηση κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία θα μπορούσε να ορκιστεί ακόμη και με την υποστήριξη μόλις 49 βουλευτών.
Το σχέδιο βασίζεται σε μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα της ισραηλινής κοινοβουλευτικής διαδικασίας: για την αρχική ψήφο εμπιστοσύνης δεν απαιτούνται υποχρεωτικά 61 θετικές ψήφοι, αλλά περισσότερες θετικές από αρνητικές.
Σύμφωνα με το συγκεκριμένο σενάριο, οι 48 βουλευτές της αντιπολίτευσης θα υποστήριζαν την κυβέρνηση, με μία επιπλέον θετική ψήφο από τον Γιοάβ Σεγκαλόβιτς του Ra’am. Απέναντί τους θα βρίσκονταν 46 βουλευτές του στρατοπέδου Νετανιάχου, ενώ 25 βουλευτές – οι 11 της Κοινής Λίστας, επτά του Ra’am και επτά της υπερορθόδοξης Ενωμένης Τορά – θα απείχαν. Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε την ανάδειξη κυβέρνησης Άιζενκοτ με ψήφους 49 έναντι 46.
Το σχέδιο δεν αποτελεί συμφωνημένη λύση. Αντιθέτως, προϋποθέτει συνεννόηση δυνάμεων με εξαιρετικά διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, ενώ το κόμμα του Άιζενκοτ δεν έχει επιβεβαιώσει την υιοθέτησή του.
Αποκαλύπτει ωστόσο ότι στο παρασκήνιο εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις πέρα από τις παραδοσιακές κυβερνητικές συμμαχίες. Η αραβική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και οι υπερορθόδοξοι θα μπορούσαν, μέσω μιας συντονισμένης αποχής, να επιτρέψουν την ανάδειξη κυβέρνησης χωρίς να ενταχθούν σε αυτήν.
Η πολιτική βιωσιμότητα μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι διαφορετικό ζήτημα. Κάθε κρίσιμη ψηφοφορία, από τον προϋπολογισμό μέχρι τις αποφάσεις εθνικής ασφάλειας, θα απαιτούσε νέες συνεννοήσεις. Η πλειοψηφία που θα επέτρεπε στον Άιζενκοτ να αναλάβει την εξουσία δεν θα εξασφάλιζε αυτομάτως και την παραμονή του σε αυτήν.
Οι υπερορθόδοξοι αποκτούν ξανά ρόλο ρυθμιστή
Το δεύτερο σημαντικό μέτωπο αφορά τα υπερορθόδοξα κόμματα, κυρίως την Ενωμένη Τορά, η οποία διαθέτει επτά βουλευτές.
Στις 5 Νοεμβρίου η συγκεκριμένη παράταξη αποφάσισε να μην προτείνει ούτε τον Νετανιάχου ούτε τον Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία, στερώντας από τον απερχόμενο πρωθυπουργό την αυτόματη υποστήριξη ενός παραδοσιακού συμμάχου.
Η απόφαση περιορίζει τις προεδρικές συστάσεις υπέρ του Νετανιάχου στις 46, εφόσον οι υπόλοιποι εταίροι του τον υποστηρίξουν, και δημιουργεί μεγαλύτερη απόσταση από το στρατόπεδο Άιζενκοτ.
Η στάση της Ενωμένης Τορά δεν συνιστά προσχώρηση στην αντιπολίτευση. Αντανακλά κυρίως την επιδίωξη των υπερορθόδοξων να εξασφαλίσουν δεσμεύσεις για τις απαλλαγές των σπουδαστών των θρησκευτικών σχολών από τη στρατιωτική θητεία.
Το πρόβλημα για τον Άιζενκοτ είναι ότι η υποχρεωτική στράτευση των υπερορθόδοξων αποτελεί κεντρικό αίτημα σημαντικού μέρους της αντιπολίτευσης και ειδικότερα του Λίμπερμαν.
Πρακτικά, οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενωμένη Τορά θα απαιτούσε υποχωρήσεις σε ένα ζήτημα που έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό πεδίο της ισραηλινής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η Jerusalem Post επισημαίνει ότι τα υπερορθόδοξα κόμματα έχουν κάθε λόγο να διατηρήσουν ανοιχτές τις επιλογές τους. Όσο κανένα στρατόπεδο δεν διαθέτει πλειοψηφία, τόσο αυξάνεται η διαπραγματευτική τους αξία.
Παράλληλα, στους κόλπους της Shas έχουν αρχίσει να διατυπώνονται δημόσια προτάσεις για κυβέρνηση εθνικής ενότητας με συμμετοχή του Νετανιάχου και του Άιζενκοτ, ακόμη και με εναλλαγή στην πρωθυπουργία. Η συζήτηση αποτυπώνει την αναζήτηση διεξόδου, όχι την ύπαρξη μιας ώριμης πολιτικής συμφωνίας.
Το ιστορικό προηγούμενο του Γιτζάκ Ράμπιν
Η αναφορά του Άχμαντ Τίμπι στον Γιτζάκ Ράμπιν δεν είναι τυχαία. Στη δεκαετία του 1990, ο Ράμπιν αξιοποίησε την εξωτερική κοινοβουλευτική υποστήριξη αραβικών κομμάτων για να διατηρήσει την κυβέρνησή του και να προωθήσει την πολιτική των Συμφωνιών του Όσλο.
Η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες, αλλά και βαθιές διαφορές. Η ισραηλινή κοινωνία έχει μετακινηθεί δεξιότερα, ενώ οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 και οι πόλεμοι που ακολούθησαν έχουν ενισχύσει τις επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε μορφή συνεργασίας με αραβικές παρατάξεις.
Ακριβώς αυτή τη μακροχρόνια μετατόπιση εξετάζουν οι Financial Times στην ανάλυσή τους για τη δεξιά πορεία της ισραηλινής πολιτικής. Η συντηρητικοποίηση του εκλογικού σώματος, η δημογραφική ενίσχυση θρησκευτικών κοινοτήτων και η αποδυνάμωση της παραδοσιακής ειρηνευτικής ατζέντας έχουν περιορίσει τα περιθώρια μιας ευρείας κεντροαριστερής πλειοψηφίας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα στρατηγικό αδιέξοδο για τους αντιπάλους του Νετανιάχου. Μπορούν να συγκεντρώσουν αρκετούς βουλευτές ώστε να τον εμποδίσουν να κυβερνήσει, αλλά δυσκολεύονται να συμφωνήσουν στους όρους της δικής τους διακυβέρνησης.
Η απόπειρα συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα συνδέεται επομένως με ένα μεγαλύτερο ερώτημα: μπορεί το ισραηλινό πολιτικό σύστημα να δημιουργήσει εναλλακτικές κυβερνητικές πλειοψηφίες χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στις παραδοσιακές σιωνιστικές και θρησκευτικές παρατάξεις;
Η στρατηγική Νετανιάχου και η αμφισβήτηση της αραβικής ψήφου
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επιχειρεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση από την αριθμητική της Κνεσέτ στη νομιμοποίηση των πιθανών κυβερνητικών συνεργασιών.
Η πολιτική του επιχειρηματολογία παρουσιάζει μια κυβέρνηση που θα εξαρτάται από αραβικά κόμματα ως επικίνδυνη για την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα του Ισραήλ.
Παράλληλα, το Likud και στελέχη της κυβερνητικής παράταξης έχουν διατυπώσει καταγγελίες για πιθανή εκλογική νοθεία, εξαγορά ψήφων και ξένη παρέμβαση με στόχο την ενίσχυση της αραβικής συμμετοχής.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν τεκμηριωθεί ως προς μια αλλοίωση του συνολικού εκλογικού αποτελέσματος. Ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Νόαμ Σόλμπεργκ, έχει καταστήσει σαφές ότι η ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας δεν έχει υπονομευθεί.
Η παρέμβασή του έχει ιδιαίτερη θεσμική σημασία, καθώς οι καταγγελίες περί κλεμμένων εκλογών εκδηλώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ καλείται να διαχειριστεί πιθανή μεταβίβαση της εξουσίας ύστερα από παρατεταμένη πολιτική και κοινωνική πόλωση.
Ο πρόεδρος Ισαάκ Χέρτσογκ έχει επίσης αποδοκιμάσει γενικευμένες επιθέσεις κατά των αραβικών κομμάτων και των ψηφοφόρων τους, υπερασπιζόμενος τη νομιμότητα της συμμετοχής τους στην κοινοβουλευτική διαδικασία.
Η στρατηγική του Νετανιάχου εξυπηρετεί δύο παράλληλους στόχους. Αφενός ενισχύει τις αντιστάσεις των δεξιών κομμάτων της αντιπολίτευσης απέναντι στη συνεργασία με τους Άραβες. Αφετέρου αυξάνει το πολιτικό κόστος που θα αναλάμβανε ο Άιζενκοτ εάν επέλεγε να στηριχθεί στις ψήφους τους.
Ο χρόνος εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ του εν ενεργεία πρωθυπουργού. Μέχρι τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης παραμένει επικεφαλής της υπηρεσιακά λειτουργούσας κυβέρνησης, ενώ η αποτυχία των αντιπάλων του να συμφωνήσουν θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε νέες εκλογές είτε στην αναζήτηση μιας διαφορετικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η αραβική ψήφος και το επόμενο πολιτικό μοντέλο του Ισραήλ
Στο επίκεντρο της ανάλυσης του Associated Press βρίσκεται η διαφορετική στρατηγική που επιλέγουν σήμερα οι εκπρόσωποι των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Ο Τίμπι αναγνωρίζει ότι μια κυβέρνηση Άιζενκοτ δεν πρόκειται απαραίτητα να τερματίσει τους πολέμους, να αποδεχθεί τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους ή να εγκαταλείψει την πολιτική επέκτασης των οικισμών στη Δυτική Όχθη.
Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η αντικατάσταση του Νετανιάχου θα μπορούσε να δημιουργήσει προϋποθέσεις για τη βελτίωση της καθημερινότητας των αραβικών κοινοτήτων, ιδιαίτερα σε ζητήματα εγκληματικότητας, αστυνόμευσης, δημόσιων επενδύσεων και κατεδαφίσεων κατοικιών.
Η πολιτική αυτή έχει μια σαφή πραγματιστική διάσταση. Τα αραβικά κόμματα επιχειρούν να αποσπάσουν συγκεκριμένα ανταλλάγματα από την κεντρική εξουσία χωρίς να εγκαταλείψουν τις εθνικές και ιδεολογικές τους θέσεις.
Η ιστορική εκλογική επίδοση των 19 εδρών τούς προσφέρει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ από οποιαδήποτε προηγούμενη μετεκλογική συγκυρία.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την αξιοποίηση των συγκεκριμένων εδρών. Αφορά και τον βαθμό στον οποίο οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αναγνωριστούν ως νόμιμοι και ουσιαστικοί εταίροι στη συγκρότηση κυβερνήσεων.
Σε αυτό το πεδίο εντοπίζεται και η μεγαλύτερη πολιτική δοκιμασία για τον Άιζενκοτ. Ο πρώην στρατηγός επιδιώκει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ηγέτη μιας νέας περιόδου εθνικής ενότητας, θεσμικής σταθερότητας και πολιτικής ανασυγκρότησης. Για να επιτύχει, καλείται να συνεργαστεί είτε με κόμματα τα οποία έχει αποκλείσει είτε με δυνάμεις που βρίσκονται σε βαθιά αντίθεση με βασικές προγραμματικές δεσμεύσεις των συμμάχων του.
Τα σενάρια των επόμενων ημερών
Η διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης περνά πλέον στον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ, ο οποίος πρέπει να αποφασίσει έως τις 11 Νοεμβρίου ποιον πολιτικό αρχηγό θα επιφορτίσει με την πρώτη εντολή. Ο εντολοδόχος θα έχει αρχικά 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημερών.
Ο Άιζενκοτ εμφανίζεται ως ο επικρατέστερος για την πρώτη εντολή, ιδιαίτερα μετά την υποστήριξη των αραβικών κομμάτων και την ουδέτερη στάση της Ενωμένης Τορά.
Οι βασικές πιθανότητες είναι τέσσερις: σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας με εξωτερική υποστήριξη ή αποχή αραβικών και υπερορθόδοξων κομμάτων, συγκρότηση ευρύτερης κυβέρνησης με συμμετοχή υπερορθόδοξων παρατάξεων, συμφωνία εθνικής ενότητας με το Likud ή νέα προσφυγή στις κάλπες.
Καθεμία προϋποθέτει σοβαρές πολιτικές υποχωρήσεις.
Ο Άιζενκοτ ενδέχεται να χρειαστεί να εγκαταλείψει ορισμένες από τις προεκλογικές κόκκινες γραμμές του. Ο Λίμπερμαν θα πρέπει να αποφασίσει αν προέχει η απομάκρυνση Νετανιάχου ή ο αποκλεισμός των αραβικών και υπερορθόδοξων κομμάτων. Ο Μπένετ θα κληθεί να σταθμίσει το πολιτικό κόστος μιας νέας ετερόκλητης συνεργασίας, ενώ οι αραβικές παρατάξεις θα πρέπει να αποφασίσουν πόση υποστήριξη μπορούν να προσφέρουν χωρίς να χάσουν την εμπιστοσύνη του εκλογικού τους ακροατηρίου.
Το αποτέλεσμα των εκλογών έχει δημιουργήσει μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία κατά της συνέχισης της σημερινής κυβερνητικής συμμαχίας, όχι όμως μια συμφωνημένη πλειοψηφία υπέρ συγκεκριμένου κυβερνητικού προγράμματος.
Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην εκλογική ήττα ενός συνασπισμού και στην πραγματική δυνατότητα αντικατάστασής του.
Ο Νετανιάχου έχασε την πλειοψηφία του, αλλά δεν έχει ακόμη χάσει την εξουσία. Ο Άιζενκοτ διαθέτει περισσότερες πιθανότητες να λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, χωρίς να διαθέτει ακόμη μια αξιόπιστη συμφωνία για την άσκησή της.
Οι αραβικές παρατάξεις, από την πλευρά τους, έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμούν να παραμείνουν αδρανείς παρατηρητές της μετεκλογικής διαπραγμάτευσης.
Για πρώτη φορά με τέτοια κοινοβουλευτική ισχύ, οι εκπρόσωποι περίπου του ενός πέμπτου της ισραηλινής κοινωνίας μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την επιλογή του επόμενου πρωθυπουργού.
Το αν οι 19 έδρες θα οδηγήσουν στην πολιτική αλλαγή ή θα καταλήξουν να αποτελούν ένα ακόμη στοιχείο του ισραηλινού αδιεξόδου θα κριθεί πρωτίστως από τις αποφάσεις των κομμάτων που δηλώνουν αποφασισμένα να απομακρύνουν τον Νετανιάχου, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν συμφωνήσει πώς θα τον αντικαταστήσουν.