Γράφει η Άρτεμις Γκούρλια, Δ/ντρια Έκδοσης
Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες οι εκλογές δεν αναδεικνύουν μόνο κυβερνήσεις. Αναδεικνύουν και αντιπολιτεύσεις. Και η δεύτερη αυτή λειτουργία είναι εξίσου κρίσιμη με την πρώτη, καθώς από την ποιότητά της εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, η ισορροπία ολόκληρου του πολιτικού συστήματος. Υπό αυτή την έννοια, η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση της τελευταίας τριετίας δεν αφορά τόσο την αντοχή της κυβέρνησης, όσο την αδυναμία της αντιπολίτευσης να μετατρέψει την κυβερνητική φθορά σε δική της πολιτική υπεραξία.
Οι εκλογές του 2023 ερμηνεύθηκαν, όχι αδίκως, ως το τέλος ενός πολιτικού κύκλου. Η ευρεία επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας, η αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η βαθιά κρίση στον χώρο της Κεντροαριστεράς δημιούργησαν την εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα εισερχόταν σε περίοδο ανασύνθεσης. Η εκτίμηση αυτή ενισχύθηκε από την εμφάνιση νέων προσώπων, νέων πολιτικών σχηματισμών και νέων δημοσκοπικών ισορροπιών, οι οποίες, κατά καιρούς, παρουσιάστηκαν ως προάγγελος μιας διαφορετικής εποχής.
Οι εξελίξεις, όμως, ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Η κυβέρνηση υπέστη, όπως ήταν αναμενόμενο, σημαντικές απώλειες από τη φυσιολογική φθορά της εξουσίας, οι οποίες επιταχύνθηκαν από γεγονότα που δοκίμασαν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και τους θεσμούς. Η υποχώρηση αυτή, ωστόσο, δεν συνοδεύτηκε από την ανάδειξη ενός πολιτικού φορέα ικανού να εκφράσει, με όρους διακυβέρνησης, τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Η διάκριση δεν είναι τυπική. Η εκλογική αποδοκιμασία μιας κυβέρνησης δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την αποδοχή εκείνου που φιλοδοξεί να την αντικαταστήσει.
Το διάστημα που ακολούθησε υπήρξε, στην πραγματικότητα, μια συνεχής αναζήτηση του αντίπαλου πόλου. Το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να καλύψει τον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αλλαγή ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ συνοδεύτηκε από προσδοκίες ανανέωσης. Η Πλεύση Ελευθερίας κατέγραψε μια εντυπωσιακή, αλλά πρόσκαιρη, δημοσκοπική άνοδο. Η τραγωδία των Τεμπών γέννησε νέες πολιτικές και κοινωνικές εκφράσεις, οι οποίες, για ένα διάστημα, έδειξαν να αποκτούν ευρύτερα χαρακτηριστικά. Καμία, ωστόσο, από αυτές τις εξελίξεις δεν απέκτησε τη διάρκεια και το βάθος που απαιτεί η συγκρότηση ενός πόλου εξουσίας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η ελληνική πολιτική ζωή διέρχεται περίοδο έντονης ρευστότητας. Εκείνο που διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία είναι ότι, παρά τη διαδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τους πολιτικούς συσχετισμούς, δεν αναδείχθηκε ένας νέος φορέας με σαφή προοπτική διακυβέρνησης. Η φθορά υπήρξε υπαρκτή. Η εναλλακτική λύση, όμως, παρέμεινε ζητούμενο.
Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Η ελληνική εκλογική συμπεριφορά διακρίνει, διαχρονικά, την πολιτική διαμαρτυρία από την πολιτική ανάθεση. Μπορεί να επιβραβεύσει την καταγγελία, να ενισχύσει πρόσκαιρα μια αντισυστημική φωνή ή να εκφράσει την οργή της απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση. Όταν, όμως, τίθεται το ερώτημα της διακυβέρνησης, τα κριτήρια μεταβάλλονται. Η απαίτηση για διοικητική επάρκεια, πολιτική συνοχή και προγραμματική σαφήνεια επανέρχεται στο προσκήνιο. Εκεί κρίθηκαν όλες οι απόπειρες της τελευταίας τριετίας.
Η ελληνική πολιτική ζωή έχει, άλλωστε, τη δική της ιστορική συνέχεια. Από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα άλλαξαν κόμματα, μετακινήθηκαν εκλογικές βάσεις, ανατράπηκαν πολιτικές ισορροπίες και αναδείχθηκαν νέες ηγεσίες. Εκείνο που δεν μεταβλήθηκε ήταν η τάση του πολιτικού συστήματος να οργανώνεται γύρω από δύο ανταγωνιστικούς πόλους με πραγματική προοπτική άσκησης εξουσίας. Τα πρόσωπα και οι κομματικοί φορείς μπορεί να αλλάζουν· η ανάγκη, όμως, ύπαρξης μιας πειστικής κυβερνητικής εναλλακτικής παραμένει σταθερή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού. Συνιστά, ταυτόχρονα, έμμεση παραδοχή ότι το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε μετά το 2023 δεν καλύφθηκε, καθώς ουσιαστικά, τρία χρόνια μετά, αντικαθιστά τον εαυτό του. Το γεγονός ότι επανέρχεται ως ο βασικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν οφείλεται μόνο στη δική του πολιτική βαρύτητα. Οφείλεται και στο γεγονός ότι όσοι επιχείρησαν να καταλάβουν αυτόν τον χώρο δεν κατόρθωσαν να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά ενός πειστικού φορέα διακυβέρνησης.
Ίσως, τελικά, η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη της τελευταίας τριετίας να μην είναι ούτε η αντοχή της κυβέρνησης ούτε η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού. Είναι ότι η διαδικασία πολιτικής διαδοχής, την οποία πολλοί θεωρούσαν δεδομένη μετά το 2023, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Και όταν η διαδοχή καθυστερεί, το πολιτικό σύστημα τείνει να αναζητεί ξανά τις πιο οικείες του σταθερές. Η πολιτική ιστορία δεν επαναλαμβάνεται επειδή το επιβάλλουν τα πρόσωπα. Επαναλαμβάνεται όταν δεν έχουν ακόμη αναδειχθεί εκείνοι που μπορούν πραγματικά να τα διαδεχθούν.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Φωνή της Ανατολικής Αττικής