Ρωσικό ντίζελ στις ΗΠΑ: Τι συμφώνησε ο Τραμπ με τον Πούτιν, τα αποθέματα της Μόσχας και πόσο θα επηρεαστούν οι τιμές

Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να περιορίσει τις αυξημένες τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ, προχωρώντας στην άρση των κυρώσεων στις ρωσικές εξαγωγές του καυσίμου και ανακοινώνοντας κατάπαυση του πυρός ανάμεσα σε Ρωσία και Ουκρανία σε σχέση με τις ενεργειακές υποδομές.

Η άνοδος των τιμών του ντίζελ επιβαρύνει σημαντικά τους επαγγελματίες οδηγούς φορτηγών και τους αγρότες, ενώ εξελίσσεται σε πολιτικό ζήτημα για τον Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.

Οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) του ντίζελ στις ΗΠΑ υποχώρησαν τη Δευτέρα (12/10/2026) κατά 0,5%, μετά τις σχετικές ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού καυσίμου μπορούν να αυξήσουν ουσιαστικά την προσφορά και να ανακουφίσουν την αμερικανική αγορά.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Παρασκευή ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει άμεσα τις αγορές των ΗΠΑ και τη διεθνή αγορά με περισσότερους από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια.

Ωστόσο, ακόμη και αυτή η ποσότητα υπολείπεται της ημερήσιας κατανάλωσης ντίζελ μόνο από τον αμερικανικό τομέα μεταφορών. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), η συγκεκριμένη κατανάλωση ανέρχεται σε περίπου 2,94 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε επίσης ότι αναμένονται επιπλέον 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνοι σε επόμενο στάδιο. Αθροιστικά, οι ποσότητες αυτές αντιστοιχούν σε λιγότερες από τέσσερις ημέρες της ζήτησης για ντίζελ στον τομέα των μεταφορών στις ΗΠΑ.

Επομένως, ακόμη και αν υλοποιηθούν οι εξαγγελίες, η επίδρασή τους στην αμερικανική αγορά θα εξαρτηθεί από το χρονοδιάγραμμα των παραδόσεων, τις υπόλοιπες διαθέσιμες πηγές προμήθειας και τη συνολική πορεία της ζήτησης.

Τα εμπόδια στις ρωσικές εξαγωγές

Παρά την άρση των κυρώσεων στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ, παραμένουν σημαντικά πρακτικά ζητήματα που θα μπορούσαν να καθυστερήσουν ή να περιορίσουν τις παραδόσεις.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα αφορά τα δεξαμενόπλοια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά του καυσίμου, καθώς αρκετά πλοία υπόκεινται σε κυρώσεις.

Παράλληλα, αβεβαιότητα επικρατεί σχετικά με την παραγωγική δυνατότητα των ρωσικών διυλιστηρίων, τα οποία έχουν υποστεί ζημιές από ουκρανικές επιθέσεις.

Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο τις ποσότητες που θα μπορέσει να εξαγάγει η Ρωσία όσο και τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να φτάσουν τα φορτία στους προορισμούς τους.

Πόσο μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές η Ρωσία

Πριν από την έναρξη των ουκρανικών επιθέσεων με drones κατά διυλιστηρίων το 2024, η Ρωσία είχε τη δυνατότητα να εξάγει περίπου 100.000 τόνους ντίζελ ημερησίως.

Οι ζημιές στις εγκαταστάσεις διύλισης περιόρισαν τις δυνατότητες παραγωγής, οδηγώντας τη Μόσχα στην επιβολή απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ από τον Ιούλιο, με στόχο την κάλυψη των εγχώριων αναγκών.

Η απαγόρευση παρατάθηκε έως τις 31 Οκτωβρίου για χώρες με τις οποίες δεν υπάρχουν σχετικές διμερείς συμφωνίες, ενώ συνεχίστηκαν οι εξαγωγές προς φιλικές χώρες, κυρίως στην Κεντρική Ασία.

Πηγές του κλάδου εκτιμούν ότι, εφόσον σταματήσουν οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, η Μόσχα θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην αρχική εξαγγελία για εξαγωγή 300.000 τόνων ντίζελ.

Καθοριστική θεωρείται, μεταξύ άλλων, η επαναλειτουργία μεγάλου διυλιστηρίου στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας, το οποίο έχει πληγεί από επιθέσεις με drones. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η αποκατάσταση της λειτουργίας του θα μπορούσε να επιτρέψει την παραγωγή της συγκεκριμένης ποσότητας μέσα στον Οκτώβριο.

Πόσα χρήματα μπορεί να κερδίσει η ρωσική οικονομία

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει υποστηρίξει ότι οι ουκρανικές επιθέσεις στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις έχουν προκαλέσει απώλειες που αντιστοιχούν περίπου στο 1% του ρωσικού ΑΕΠ. Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, το ποσό αυτό ανέρχεται σε περίπου 26,6 δισεκατομμύρια δολάρια.

Αντίθετα, οι εξαγωγές 300.000 τόνων ντίζελ θα μπορούσαν να αποφέρουν περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια σε έσοδα. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν θα κατέληγε εξ ολοκλήρου στο ρωσικό κράτος, καθώς η φορολογία επικεντρώνεται κυρίως στην παραγωγή πετρελαίου και όχι στις εξαγωγές αργού και διυλισμένων προϊόντων.

Η Ρωσία διαθέτει περίπου 30 μεγάλα διυλιστήρια πετρελαίου, γεγονός που της προσφέρει σημαντική παραγωγική βάση. Η αξιοποίησή της, ωστόσο, εξαρτάται από την κατάσταση των εγκαταστάσεων, τις εγχώριες ανάγκες και τους περιορισμούς στις μεταφορές.

Οι αντιδράσεις από τη Μόσχα, το Κίεβο και τη Δύση

Το Σάββατο, η Μόσχα ανακοίνωσε ότι προχωρά με άμεση ισχύ σε μερική άρση της απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ που είχε τεθεί σε εφαρμογή τον Ιούλιο.

Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις στην Ουκρανία. Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποίησε ότι η συμφωνία για την προμήθεια ντίζελ θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη Ρωσία να εντείνει τις επιθέσεις της, με συνέπεια περισσότερες ανθρώπινες απώλειες.

Κριτική διατυπώθηκε και στις ΗΠΑ. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να εξετάζει την επιβολή πρόσθετων κυρώσεων στη Ρωσία, αντί να αίρει υφιστάμενους περιορισμούς.Στη Βρετανία, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δήλωσε ότι η χώρα θα ενισχύσει τις κυρώσεις της κατά της Μόσχας.

Παράλληλα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ επανέλαβε τη στήριξη του Βερολίνου προς τον Ζελένσκι και ζήτησε μεγαλύτερη πίεση στη Ρωσία, προκειμένου να επανεκκινήσουν οι ειρηνευτικές συνομιλίες.

Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο ανέφερε τη Δευτέρα ότι οι συζητήσεις για την κατάπαυση του πυρός συνεχίζονται, χωρίς να διευκρινίσει εάν αφορούν αποκλειστικά τις ενεργειακές υποδομές.

Τι συμβαίνει με τις εξαγωγές καυσίμων της Κίνας

Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας προσφοράς μπορεί να διαδραματίσει και η Κίνα, η οποία αναμένεται να επαναλάβει τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων μετά την προσωρινή διακοπή τους κατά τη διάρκεια της αργίας της «Χρυσής Εβδομάδας».

Ωστόσο, οι εγκεκριμένες κινεζικές εξαγωγές για τον Οκτώβριο, που περιλαμβάνουν ντίζελ, βενζίνη και καύσιμα αεροσκαφών, ανέρχονται σε περίπου 3,7 εκατομμύρια μετρικούς τόνους. Πρόκειται για ποσότητα αισθητά χαμηλότερη από εκείνη που είχε εγκριθεί έναν χρόνο νωρίτερα, αλλά και από τα περισσότερα από 4 εκατομμύρια τόνους του Σεπτεμβρίου.

Η επανέναρξη των εξαγωγών, συνεπώς, δεν συνεπάγεται απαραίτητα σημαντική αύξηση της προσφοράς, καθώς οι διαθέσιμες ποσότητες εξακολουθούν να περιορίζονται από τα σχετικά όρια.

Ο πόλεμος στο Ιράν και οι πιέσεις στην αγορά

Η στενότητα στην αγορά ντίζελ δεν οφείλεται αποκλειστικά στα προβλήματα της ρωσικής παραγωγής. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επίσης περιορίσει την προσφορά από τις χώρες του Περσικού Κόλπου, εντείνοντας τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές καυσίμων.

Οι περιορισμοί στις εξαγωγές, οι ζημιές στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι δυσκολίες στην εφοδιαστική αλυσίδα συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και σημαντικές πρόσθετες ποσότητες δεν αρκούν απαραίτητα για να ανατρέψουν άμεσα την τάση των τιμών.Η εξέλιξη αυτή έχει ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις, καθώς το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις οδικές μεταφορές, τη γεωργία και πολλές βιομηχανικές δραστηριότητες.

Η παρέμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας

Στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης της προσφοράς, οι χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) συμφώνησαν πρόσφατα να διαθέσουν καύσιμα από τα στρατηγικά τους αποθέματα, σε μια επιχείρηση που συντονίζεται από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA).

Ο Οργανισμός, στον οποίο συμμετέχουν 32 χώρες, συντόνισε τον Μάρτιο τη μεγαλύτερη αποδέσμευση έκτακτων ενεργειακών αποθεμάτων στην ιστορία, με περισσότερα από 400 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων να διοχετεύονται στην αγορά.

Το τελευταίο διάστημα, ο IEA έχει καλέσει τα συμμετέχοντα κράτη να διαθέσουν και τις ποσότητες αποθεμάτων που δεν έχουν ακόμη αποδεσμευτεί, επιδιώκοντας να ενισχύσει την προσφορά και να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές.

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα φτάσουν οι πρόσθετες ποσότητες στην αγορά και από το κατά πόσο θα αντισταθμίσουν τις απώλειες παραγωγής και τις διαταραχές στις διεθνείς ροές καυσίμων.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ρωσικές εξαγωγές μπορούν να προσφέρουν κάποια ανακούφιση, αλλά δύσκολα θα αποτελέσουν από μόνες τους λύση στο πρόβλημα της ακριβής ενέργειας.

Η πορεία των τιμών του ντίζελ θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό της ρωσικής παραγωγής, των κινεζικών εξαγωγών, των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και της αξιοποίησης των στρατηγικών αποθεμάτων.

Recommended For You